Strikeforce Morituri #1



Στα πλαίσια του γενικού αφιερώματος στο Strikeforce Morituri αυτήν την εβδομάδα, αποφάσισα να κάτσω άνετα με την κόπια μου του πρώτου τεύχους της σειράς (που πρόσφατα επανακυκλοφόρησε με καινούριο colouring στην εκπληκτικά αγόρασε-το-τώρα τιμή του 1 δολλαρίου) και να το ξεφυλλίσω/αναλύσω/γεμίσω με σάλια θαυμασμού σε μια ιδιαίτερα geeky ανασκόπηση.

Ημερομηνία στο εξώφυλλο “
Δεκέμβρης του 1986, tagline πάνω από το λογότυπο του Strikeforce Morituri: “εμείς που πρόκειται σύντομα να πεθάνουμεκαι στο artwork κάτι παραπλανητικά υπερηρωικό: τα τρία μέλη του Black Guard ενάντια σε μια ντουζίνα εχθρικά όπλα μπροστά από ένα background με τον εξωγήινο διοικητή να έχει την Γη μέσα στα κοφτερά του νύχια. Σεβεντίλα.




Βέβαια, μέσα στο τεύχος τέτοια υπερηρωίλα υπάρχει μόνο στα ιντερλούδια από το comic που διαβάζει ο πρωταγωνιστής, Harold C. Emerson. Η αληθινή πλοκή βρίσκεται έξω από τα comic, στον “αληθινό κόσμο”. Στην πρώτη σελίδα ο Harold στέκεται με την ειδική προστατευτική στολή του ως μέλος της ομάδας συλλογής πτωμάτων στις περιοχές καταστροφής μπροστά από το κατεστραμμένο φουτουριστικό αρχιτεκτονικό τοπίο. “Με τον τρόπο που αλλάζουν συνέχεια οι διαγραμμίσεις των ακτών στον 21ο αιώνα, το New Roanoke της Virginia είχε γίνει ένα ραγδαία αναπτυσσόμενο λιμάνι και θέρετρο. Όλα αυτά, βέβαια, πριν ξεμπερδέψουν μαζί του οι εξωγήινοι. Έχουμε αμέσως τον τόπο και τον χρόνο και την κατάσταση. Ο Gillis με τον Anderson στήνουν ένα πειστικό εγγύς μέλλον, μια Γη σε κατάσταση εξωγήινης εισβολής. Οι συνεθελοντές του Harold τον αποχαιρετούν με χαρά και τον πειράζουν πως δεν θα τους θυμάται τώρα που θα γίνει “υπερήρωας” στους Morituri αλλά οι γονείς του είναι λιγότερο ενθουσιώδεις που ο γιος τους, ένας ικανός συγγραφέας, επιλέγει να θυσιάσει τη ζωή του στο πεδίο του πολέμου.



Ο ίδιος ο Harold αποτραβιέται στο δωμάτιο του και στο graphic novel του με ήρωες τους “Black Guard, τους πρώτους ήρωες Morituri. Οι σελίδες του comic μέσα στο comic, δια χειρός ενός πολύ νεαρού Whilce Portacio διαβάζουν άβολα σαν προπαγάνδα τύπου Captain America comics κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να ωθούν τους νέους να επιστρατεύονται.



Ο Harold φτάνει στο αρχηγείο των Morituri, το New Haven. Το συγκρίνει με νεκροταφείο και η πρώτη του παρατήρηση είναι ότι “φαίνεται σαν κάποιος να έχει την υπερδύναμη να κόβει τέλεια το γκαζόν”, το οποίο είναι μικρό hint/easter egg για την μετέπειτα αποκάλυψη για την Beth Luis Nion, την διοικήτρια του προγράμματος που γνωρίζουμε εδώ, αλλά και τροφή για το μετέπειτα in-joke όταν θα γνωρίσουμε τον επόμενο χρόνο έναν Morituri με ακριβώς αυτή τη δύναμη! Anyway. Ο Harold γνωρίζει την Beth Luis Nion και τον Dr Tuolema, τον δημιουργό της διαδικασίας Morituri που δίνει υπερδυνάμεις σε έφηβους για να πολεμήσουν την εξωγήινη Ορδή. Γνωρίζουμε και τους υπόλοιπους έφηβους που έχουν επιλεχθεί μαζί με τον Harold αλλά χωρίς να μένουμε πολύ πάνω στον καθένα, θα έχει ο καθένας τους την ευκαιρία να κάνει την εντύπωση του στα επόμενα τεύχη. Η μόνη που ξεχωρίζει ήδη είναι η Aline που έχει ήδη περάσει το πρώτο μέρος της διαδικασίας αποκτώντας υπεράνθρωπη δύναμη και που ξυπνάει τον Harold το βράδυ με την κρίση που παθαίνει ουρλιάζοντας επανειλημμένα καθώς διαλύει τον τοίχο του δωματίου της “δεν θέλω να πεθάνω”.



Την επόμενη μέρα στη συνέντευξη του με την διοικήτρια ο Harold μαθαίνει την αλήθεια για την διαδικασία Morituri και την τιμή που πληρώνουν όσοι την δέχονται, όπως οι πρώτοι της Black Guard, οι ήρωες του comic του, τους οποίους βλέπει σε βίντεο να προσπαθούν να ξεφύγουν μετά την νίκη τους εναντίον της Ορδής μόνο για να αυτοκαταστραφούν από την καταστροφική αποβολή της υπερ-δύναμης τους από το σώμα τους, κάτι αναπόφευκτο στον πρώτο χρόνο μετά την συμμετοχή στο πρόγραμμα. Η φοβισμένη έκφραση του ήρωα του σε σκληρή αντίθεση με την ηρωική αυτοθυσία τους στα χέρια του εχθρού στις σελίδες του comic του.



Η διοικήτρια ρωτάει τον Harold γιατί θέλει να πεθάνει με αυτόν τον τρόπο αλλά αυτός δεν είναι ακόμα πειστικός στην απάντηση του. Στο μεσημεριανό με την Aline μαθαίνει την δική της ιστορία, πως ήταν μια ντροπαλή κοπελίτσα με ακμή και μόνη προοπτική της να μεγαλώσει σαν γεροντοκόρη υπάλληλος γραφείου, και πως προτιμάει να ανταλλάξει την βαρετή ζωή της για ένα χρόνο δόξας. Απ’την μια αθώα και αφελώς περήφανη για τα νέα της μπράτσα και το καθαρό της δέρμα και τα ενισχυμένα της βυζιά και από την άλλη απροσδόκητα σκοτεινή με την δήλωση της πως ο μόνος λόγος που δεν είχε αυτοκτονήσει ήταν πως κανείς δεν θα το πρόσεχε. Cheerful.



Μια απρόσμενη επίθεση από την Ορδή θα φέρει τον Harold για πρώτη φορά να παρακούει τις εντολές των ανωτέρων του (κάτι που θα είναι συχνό μοτίβο στην σειρά μετά) και να έρχεται αντιμέτωπος πάλι για πρώτη φορά με έναν από τους εξωγήινους και την ίδια του τη θνησιμότητα. Το επόμενο πρωινό, αναλογιζόμενος όσα έχει ήδη ακούσει, δει και ζήσει, πετάει κάτω το comic που τον είχε εμπνεύσει να γίνει Morituri, δεν έχει εξάλλου καμιά σχέση με την σκοτεινή πραγματικότητα του πολέμου γύρω του, και ανακοινώνει στην διοικήτρια την απόφαση του να μπει στο πρόγραμμα Morituri.



Πόσο συμβολικό όλο αυτό το τελευταίο ρε μάστορα Gillis; Ξέχνα τα υπερηρωικά comics που ήξερες, αυτό εδώ είναι κάτι τόσο πιο αδυσώπητο, πιο επίπονο και αληθινό από οτιδήποτε έχεις διαβάσει πριν. Δυνατό πρώτο τεύχος σαν γροθιά, επικεντρωμένο αυστηρά πάνω στον πρωταγωνιστή αλλά στήνοντας όλα όσα θα ξεδιπλωθούν τον επόμενο χρόνο και τραβώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη όσο λίγα άλλα πρώτα τεύχη έχουν καταφέρει ποτέ.